1+3 σενάρια από την Κομισιόν με… πλεονάσματα «βρόχο»

Δημοσιεύθηκε: Τρίτη 24 Μαΐ 2016 - 09:37

Τελευταία Ενημέρωση: 09:37

ΦΩΤΟ: REUTERS/FRANCOIS LENOIR

ΦΩΤΟ: REUTERS/FRANCOIS LENOIR

Σε πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 3,5% του ΑΕΠ στην περίοδο 2018-2027 στηρίζεται η έκθεση βιωσιμότητας του ελληνικού δημόσιου χρέους που κατήρτισε η Κομισιόν και θα υποβληθεί στο σημερινό Eurogroup, εκτίμηση την οποία αμφισβητεί το ΔΝΤ, καθώς τη θεωρεί ανέφικτη, πλην ορισμένων αυστηρών προϋποθέσεων που προϋποθέτουν μέτρα.

Αναφορικά με το δημόσιο χρέος, στο προσχέδιο της έκθεσης της Κομισιόν περιγράφεται, αλλά όχι με λεπτομέρειες, ένας συνδυασμός κινήσεων για τη διευθέτησή του, που θα περιλαμβάνει το κλείδωμα των σημερινών χαμηλών επιτοκίων, την επέκταση των ωριμάνσεων, αλλά και των περιόδων χάριτος.

Σε όλα αυτά, εάν προστεθούν και η επιστροφή των κερδών από τα προγράμματα αγοράς ελληνικών ομολόγων (SMP και ANFA), «θα επιτρέψουν στην Ελλάδα, σύμφωνα με το βασικό σενάριο, να αποκαταστήσει τη βιωσιμότητα του χρέους της, χωρίς να χρειαστεί ονομαστικό “κούρεμα”».

Παρότι η Κομισιόν δεν κοστολογεί τις παρεμβάσεις στο ελληνικό χρέος -τουλάχιστον στο προσχέδιο- εντούτοις εκτιμά πως από την εφαρμογή τους και σε συνδυασμό με την πορεία των ελληνικών μακροοικονομικών μεγεθών, το έτος 2060 το χρέος θα διαμορφωθεί στο 100,7% του ΑΕΠ, σύμφωνα με το βασικό σενάριο, ενώ στα εναλλακτικά (συνολικά τέσσερα) σενάρια, το χρέος αναμένεται να κυμανθεί το 2060 από 62,2% του ΑΕΠ έως και 268,2% του ΑΕΠ.

Αναλυτικότερα σε ό,τι αφορά το χρέος σημειώνει πως οι προβλέψεις είναι βελτιωμένες σε σύγκριση με τις εκτιμήσεις του καλοκαιριού του 2015, λόγω πλεονάσματος αντί ελλείμματος το 2015, αλλά και λόγω μικρότερων δανείων από τον Μηχανισμό σε σχέση με τις εκτιμήσεις (το 2015 ανήλθε σε 176,9% του ΑΕΠ έναντι εκτίμησης 196,3% του ΑΕΠ).

Για τα επόμενα έτη, η Κομισιόν θεωρεί πως η εξέλιξη του χρέους θα είναι συνάρτηση των εξελίξεων βασικών μακροοικονομικών μεγεθών και συγκεκριμένα σημειώνει:

* Ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί το 2016 λόγω των δανείων που θα λάβει η Ελλάδα από τον Μηχανισμό, τόσο για την αποπληρωμή των χρεολυσίων (ουδέτερη επίδραση στο χρέος) όσο και για την αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων χρεών προς τον ιδιωτικό τομέα. Η επιτάχυνση της εκκαθάρισης των ληξιπρόθεσμων οφειλών είναι απαραίτητη για να επιστρέψει η ρευστότητα στην πραγματική οικονομία και να υποστηριχθεί η ανάπτυξη, αναφέρει η Κομισιόν.

* Το ΑΕΠ θα καταγράψει μείωση το 2016 κατά 0,3%. Για το 2017 εκτιμάται πως θα αυξηθεί 2,7% και 3,1% το 2018. Η μακροχρόνια αύξηση του ΑΕΠ αναμένεται να σταθεροποιηθεί στο 1,5% μετά το 2021, αναφέρει η Κομισιόν.

* Τα συνολικά έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις τραπεζικών και μη τραπεζικών στοιχείων υπολογίζονται σε περίπου 18 δισ. ευρώ, εκ των οποίων 13 δισ. ευρώ προέρχονται από την ιδιωτικοποίηση των μη τραπεζικών περιουσιακών στοιχείων. Θεωρεί πως τα ποσά αυτά είναι συντηρητικές εκτιμήσεις, ενώ τονίζει πως δεν προβλέπεται νέα ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών, σε αυτό το στάδιο.

* Σε όρους πρωτογενούς πλεονάσματος, η Ελλάδα αναμένεται να φθάσει σε πλεόνασμα ύψους 0,5% του ΑΕΠ το 2016, 1,75% το 2017 και 3,5% το 2018. Στη συνέχεια, η Ελλάδα αναμένεται να διατηρήσει το πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% για περίοδο 10 ετών μετά την οποία αρχίζει να μειώνεται σταδιακά στο 1,5% μέχρι το 2040.

Είναι το μείζον ζήτημα της αντιπαράθεσης με το ΔΝΤ, το οποίο θεωρεί πως αυτά τα πλεονάσματα δεν βγαίνουν και συνεπώς απαιτούνται περισσότερες και γενναίες παρεμβάσεις στη διευθέτηση του χρέους. Η ελληνική πλευρά ασφαλώς και συμφωνεί με το ΔΝΤ, που τοποθετεί τους στόχους των πλεονασμάτων στο εφικτό του 1,5% του ΑΕΠ, αλλά για λόγους τακτικής τηρεί διακριτική στάση.

* Τα επιτόκια δανεισμού της Ελλάδας εκτιμάται πως θα διαμορφωθούν στο 5,1% το 2019, στο 5,6% το 2024 και στο 4,8% μέχρι το 2050 ή κατά μέσο όρο στο 5%.

Με βάση αυτές τις παραδοχές, το ελληνικό χρέος προς το ΑΕΠ αναμένεται να φθάσει σε 182,9% το 2016, σε 181,8% το 2017, σε 157,3% το 2020, σε 145,5% το 2022 και σε 100,7% το 2060.

Κατά τις ίδιες χρονικές περιόδους οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες, από το 16,9% το 2016 και 18,2% το 2017, θα αρχίσουν να υποχωρούν προς το  7,4% το 2020 και 8,4% το 2022. Θα αυξηθούν όμως στη συνέχεια και θα φτάσουν στο 19,1% το 2040, στο 22% το 2050 και στο 23,3% το 2060.

Πού καταλήγουν οι εναλλακτικές εκδοχές 

Η Κομισιόν εξετάζει και δύο δυσμενή εναλλακτικά σενάρια, βασικές παράμετροι των οποίων είναι ένα πιο δυσμενές εξωτερικό οικονομικό περιβάλλον, μια ταχύτερη μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος και ο ρυθμός ανάπτυξης να είναι μειωμένος κατά 0,25 μονάδες βάσης σε σχέση με το αρχικό σενάριο μεταξύ 2019 και 2030.

Ακόμη, το πρωτογενές ισοζύγιο αναμένεται να παραμείνει στους στόχους του προγράμματος μέχρι το 2018 και να αρχίσει να μειώνεται πέντε χρόνια μετά το τέλος του προγράμματος (2018), οδηγώντας σε ένα συνολικό μέσο πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα 2% ή 1,7% (σενάριο Β και σενάριο Γ) για την περίοδο μετά το πρόγραμμα.

Επιπλέον, στα δύο αυτά σενάρια, τα έσοδα των ιδιωτικοποιήσεων είναι χαμηλότερα των στόχων και εξετάζει και το ενδεχόμενο νέας ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών.

Στο πλαίσιο των προβλέψεων αυτών, το χρέος προς το ΑΕΠ σταθεροποιείται σε υψηλό επίπεδο, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, και από το 2035 αρχίζει να αυξάνεται αισθητά και διαμορφώνεται στο 190,5% ή στο 268,2% του ΑΕΠ εάν η επιδείνωση των ανωτέρω παραμέτρων είναι μεγαλύτερη.

Το προσχέδιο της Κομισιόν περιέχει και ένα εξαιρετικά ευνοϊκό σενάριο, σύμφωνα με το οποίο η ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας είναι ταχύτερη, τα έσοδα των ιδιωτικοποιήσεων υψηλότερα (20 δισ. ευρώ) και επιτυγχάνονται πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ για πάνω από μία δεκαετία. Τότε, το χρέος θα μειωθεί στο 110% του ΑΕΠ το 2030 και στο 62,2% το έτος 2060.

Πρόταση για εκταμίευση 11 δισ. ευρώ

Σε ό,τι αφορά τη δόση που θα αποδεσμευτεί στο σημερινό Eurogroup, η πρόταση της Κομισιόν είναι για 11 δισ. ευρώ. Το συγκεκριμένο κονδύλι θα καλύψει τις χρηματοδοτικές ανάγκες της Ελλάδας έως τον προσεχή Νοέμβριο, καθώς εκτιμά πως η β’ αξιολόγηση θα πραγματοποιηθεί το φθινόπωρο και θα ολοκληρωθεί τον Νοέμβριο.

Από αυτή την εκταμίευση των 11 δισ. ευρώ, ποσό 3,8 δισ. ευρώ θα διατεθεί για την εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων οφειλών, ενώ 7,2 δισ. ευρώ θα καταβάλλονται απευθείας στον ειδικό λογαριασμό για την κάλυψη των αναγκών εξυπηρέτησης του χρέους.

Επίσης τα 3,8 δισ. ευρώ για την εκκαθάριση ληξιπρόθεσμων οφειλών μπορούν να καταβληθούν τμηματικά, ενώ η διαδικασία αποπληρωμής των οφειλετών του Δημοσίου θα παρακολουθείται.

Η Κομισιόν σημειώνει ακόμη πως από τη δανειακή σύμβαση των 86 δισ. ευρώ, που εγκρίθηκαν το καλοκαίρι του 2015, έχουν εκταμιευτεί λιγότερα από τα προβλεπόμενα έως τώρα, αφού για τις κεφαλαιακές ανάγκες των τραπεζών χορηγήθηκαν μόλις 5,4 δισ. ευρώ, αντί των 25 δισ. ευρώ που είχαν εγκριθεί.

Επίσης, για τις τράπεζες, από τα 25 δισ. ευρώ, εγκρίθηκαν το φθινόπωρο του 2015 10 δισ. ευρώ, αλλά τα 4,6 δισ. ευρώ είναι αχρησιμοποίητα (δεν έχουν χρησιμοποιηθεί).

Συνολικά, τα εναπομείναντα κεφάλαια (με τα 19,6 δισ. ευρώ των τραπεζών) ανέρχονται σε 64,6 δισ. ευρώ, τα οποία θα αποδεσμευτούν βάσει προγράμματος μέχρι το 2018.

Με αυτά θα καλυφθούν πληρωμές τόκων και χρεολυσίων ύψους 31,5 δισ. ευρώ έως το 2018, θα αποπληρωθούν ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 7 δισ. ευρώ και θα ενισχυθούν τα ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου σε 5 δισ. ευρώ άμεσα και σε 8 δισ. ευρώ το 2018.

Πηγή: Ναυτεμπορική