Ο Δ. Μάρδας περί τουρκικής προκλητικότητας και απειλών

Δημοσιεύθηκε: Τρίτη 07 Φεβ 2017 - 15:27

Τελευταία Ενημέρωση: 10:52

ΦΩΤΟ: ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΡΧΕΙΟΥ

ΦΩΤΟ: ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΡΧΕΙΟΥ

H κυριαρχία της οικονομίας επί της πολιτικής εκδηλώθηκε με ιδιαίτερα εμφατικό τρόπο στην περίπτωση της κατάρριψης του ρωσικού πολεμικού αεροσκάφους στη Συρία. Το εν λόγω άστοχο εγχείρημα, στοίχισε στην Τουρκία 6,5 δις δολάρια το 2016. Tο κόστος αυτό, που δεν ήταν το μόνο, σε συνδυασμό με άλλα γεγονότα εκτροχίασε την τουρκική οικονομία, κάτι που φαίνεται στη απαξίωση της τουρκικής λίρας και στην έλλειψη συναλλάγματος!

Οι οικονομικές επιπτώσεις, που προκλήθηκαν από την εμπλοκή αυτή, υπερκάλυψαν τις σκοπιμότητες στρατηγοπολιτικού χαρακτήρα, με συνέπεια την επαναπροσέγγιση των δυο κυβερνήσεων, σε πρωτόγνωρα σύντομο χρονικό διάστημα.

Η Τουρκία εξάγει το 33% περίπου των συνολικών της εξαγωγών προς την ΕΕ (40% με το Ην. Βασιλείου), ενώ το εμπορικό της έλλειμμα εκτινάχθηκε στα 60 δις δολάρια το 2016. Τα αντίστοιχα ποσοστά προς τη Ρωσία και ΗΠΑ είναι μόνο το 2,5% και 4,4% αντίστοιχα.

Πέρα από την αλματώδη σύσφιξη των εμπορικών όπως και επενδυτικών σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας και ΕΕ- Ελλάδας, εξέλιξη που αποτελεί σοβαρή τροχοπέδη σε οποιονδήποτε θεωρεί ότι η δύναμη των απειλών και της βίας μπορεί να δώσει τις λύσεις που θέλει, η Συνθήκη της Λισσαβόνας (2008) απαντά στην τουρκική προκλητικότητα.

Εκεί θεσμοθετείται η «… επίτευξη του υψηλού βαθμού συνεργασίας… με στόχο τη διαφύλαξη… της ασφάλειας της ανεξαρτησίας και της ακεραιότητας της» (κατά το Άρθρο 21 παρ. 2,α). Επίσης σημειώνεται ότι «Στην περίπτωση που ένας κράτος μέλος δεχθεί ένοπλη επίθεση στο έδαφός του τα άλλα κράτη-μέλη οφείλουν να του παράσχουν βοήθεια και συνδρομή…» (κατά το Άρθρο 42 παρ. 7). Επίσης το Άρθρο 215 προβλέπει περιοριστικά μέτρα και κυρώσεις σε βάρος τρίτων χωρών εκ μέρους του Συμβουλίου, στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ.

Αν δεν λειτουργήσουν τα ανωτέρω, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει τον τελευταίο λόγο. Να σημειωθεί ότι σε μια περίοδο όπου κυκλοφορούσαν στις αγορές της Ένωσης προϊόντα του ψευδοκράτους, τη λύση την έδωσε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, με την απαγόρευση που επέβαλε στα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Μπορεί να φανταστεί λοιπόν η τουρκική πολιτική ηγεσία μια όμοια με την ανωτέρω απόφαση κατά των εξαγωγών της χώρας, στην περίπτωση που αποφασίσει να χρησιμοποιήσει βία;

Το 1996, κατά την κρίση των Ίμια, όπου τότε η Τουρκία έχασε μια μοναδική ευκαιρία για ένταξη στην ΕΕ, όλα τα ανωτέρω εξέλειπαν. Να σημειωθεί τέλος ότι στο πλαίσιο των Κεφαλαίων της ενταξιακής διαδικασίας της Τουρκίας, δυο από αυτά (Κεφάλαιο 23 «Αλιεία», και Κεφάλαιο 32 «Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας») οδηγούν στην επίλυση του προβλήματος τόσο ως προς την οριοθέτηση των χωρικών υδάτων (στα 12 μίλια) όσο και στην αδρανοποίηση του casus belli. Ως προς το Δίκαιο της Θάλασσας, αυτό αποτελεί ήδη κοινοτικό κεκτημένο.

Όλα τα ανωτέρω μπορούν να τεθούν σε ισχύ ακόμη και στο πλαίσιο της Συμφωνίας Σύνδεσης ΕΕ-Τουρκίας ή μιας μερικής ένταξης, εξελίξεις που θα λειτουργήσουν ως υποκατάστατο της μη ολοκλήρωσης της πλήρους ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ.

Ως προς τις απειλές περί αποστολής προσφύγων στα ελληνικά νησιά, εδώ σημειώνονται τα εξής. Η Τουρκία μέσω χρηματοδοτικών πρωτοκόλλων παίρνει πολλά χρήματα από την ΕΕ, στο πλαίσιο της περιφερειακής της ανάπτυξης. Αν η εν λόγω απειλή γίνει πράξη, τότε μέρος των χρημάτων αυτών μπορεί να δοθεί στην Ελλάδα με σκοπό την κάλυψη των αναγκών που σχετίζονται με το προσφυγικό ζήτημα.

Η χρήση όλων όσων αναφέρθηκαν, μπορεί να αποσοβήσει λοιπόν οτιδήποτε πράξεις δολιοφθοράς κι βίας εκ μέρους της Τουρκίας, (εναντίον π.χ. νησιού του Αιγαίου), που θα επιδίωκαν να αποπροσανατολίσουν τον κόσμο, παραμονές δύσκολων πολιτικών αποφάσεων, που σχετίζονται με την  επίμαχη αναθεώρηση του συντάγματος, διαδικασία που θα οδηγήσει σε δημοψήφισμα.