Στο ναδίρ η κατανάλωση – σε κινούμενη άμμο το λιανεμπόριο

Δημοσιεύθηκε: Τρίτη 21 Φεβ 2017 - 14:25

Τελευταία Ενημέρωση: 11:28

ΦΩΤΟ: ΑΡΧΕΙΟΥ

ΦΩΤΟ: ΑΡΧΕΙΟΥ

Με κακούς οιωνούς «άνοιξε» το 2017 για την αγορά των προϊόντων ευρείας κατανάλωσης, μετά τη «νότα» αισιοδοξίας που εξέπεμψε ο περασμένος Δεκέμβριος. Η αγορά συνεχίζει να παραμένει «άλυτος γρίφος» για τα αφεντικά και τα στελέχη των επιχειρήσεων, ενώ η κινητικότητα του λιανεμπορίου – μοιάζει με «κινούμενη άμμος» – επιτείνει τη ρευστότητα και γενικότερα το κλίμα αβεβαιότητας. Σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες του «Βήματος», τον Ιανουάριο του 2017 η αγορά των καταναλωτικών προϊόντων συρρικνώθηκε κατά 7%, με βάση την επεξεργασία όλων των σχετικών ερευνών. Και το ακόμη πιο ανησυχητικό στην προκειμένη περίπτωση είναι η εκτίμηση πως η πτώση συνεχίζεται και τον Φεβρουάριο σε ελαφρώς χαμηλότερους ρυθμούς, περί το 4%.

Αναπάντεχη πτώση

Με βάση τα ίδια στοιχεία, τη μεγαλύτερη κάμψη σημείωσαν οι πωλήσεις των κατηγοριών που αφορούν τα μη τρόφιμα (απορρυπαντικά, καλλυντικά κ.λπ.), η οποία ανήλθε στο 9%, ενώ οι πωλήσεις των τροφίμων έχασαν περί το 6%. Η κάμψη σε αυτά τα επίπεδα, όπως έλεγαν πηγές της αγοράς, ήταν αναπάντεχη, δεδομένου ότι ο Δεκέμβριος του 2016 εμφάνισε αύξηση 3,5% και είχε δημιουργήσει θετικές προσδοκίες για τους πρώτους μήνες του 2017.

Η περυσινή χρονιά πάντως ήταν η χειρότερη για τον σκληρό πυρήνα της κατανάλωσης από τότε που εκδηλώθηκε η κρίση στην ελληνική οικονομία, η αγορά συρρικνώθηκε (συμπεριλαμβανομένης της Lidl) κατά 4,5%. Κι όπως είναι γνωστό, όλες οι προβλέψεις και τα σχετικά μπάτζετ των πολυεθνικών ομίλων αλλά και των περισσότερων ελληνικών επιχειρήσεων έχουν διαμορφωθεί με βάση πτώση της αγοράς κατά 3% για το σύνολο του 2017.

Εξάλλου, όπως τονίζει σε δήλωσή του προς «Το Βήμα» ο κ. Γιώργος Δουκίδης, επιστημονικός σύμβουλος του Ινστιτούτου Ερευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ) «η ψυχολογία των καταναλωτών τους τελευταίους 3 – 4 μήνες είναι σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα, κυρίως λόγω της παρατεταμένης οικονομικής κρίσης και της αβεβαιότητας από την καθυστέρηση της ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης».

Και προσθέτει πως «αυτό επηρεάζει αρνητικά και τις αγορές στο λιανεμπόριο και άρα η μείωση των πωλήσεων που παρατηρούμε το πρώτο δίμηνο ήταν σχεδόν αναμενόμενη». Και καταλήγει λέγοντας ότι «ταυτόχρονα οι εταιρείες του κλάδου δυστυχώς λειτουργούν σε ένα περιβάλλον που τα κύρια προβλήματά τους είναι εξωγενή (υψηλός ΦΠΑ, μείωση πωλήσεων, γραφειοκρατία Δημοσίου, τραπεζικός δανεισμός, capital controls κ.λπ.), που σημαίνει ότι δεν είναι εύκολο να αντιμετωπισθούν επιχειρηματικά». Παρ’ όλα αυτά, «τα αισιόδοξα μηνύματα έρχονται από τις προτεραιότητες των επιχειρήσεων για το 2017 που βασίζονται σε αναπτυξιακά σενάρια και αφορούν θέματα καινοτομίας, επενδύσεων, λειτουργικής αναβάθμισης, ανάπτυξης δικτύων».

Κριτήριο μόνο η τιμή

Εν τω μεταξύ το «εκκρεμές» του ανταγωνισμού συνεχίζει να κινείται διαμορφώνοντας συνεχώς νέα δεδομένα. Γνωρίζουμε πως από την εμφάνιση της οικονομικής ύφεσης, άλλαξαν οι καταναλωτικές συνήθειες και τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας πήραν το «πάνω χέρι» στις προτιμήσεις των καταναλωτών, αφού πλέον όλο και μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού άρχισε να ψωνίζει με βασικό κριτήριο τη χαμηλή τιμή. Φαίνεται όμως πως η κατάσταση έχει αρχίσει πλέον να αλλάζει. Ειδικότερα, σύμφωνα με έγκυρες πηγές, η ελληνική αγορά στους σχεδιασμούς των πολυεθνικών ομίλων έπεσε κατηγορία και προμηθεύεται πλέον με επώνυμα προϊόντα προηγούμενης τεχνολογίας, προκειμένου να στηριχθούν τα μερίδιά τους, τα οποία είχαν αρχίσει να συρρικνώνονται απειλούμενα από τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Και φυσικά οι τιμές τους είναι χαμηλότερες, και έτσι ο «βομβαρδισμός» των προσφορών δεν είχε υψηλό κόστος.

Η αντεπίθεση, λοιπόν, των επώνυμων προϊόντων φαίνεται πως έχει αποτελέσματα – όπως είπε χαρακτηριστικά πηγή της αγοράς «υπάρχει ανάσχεση στην ανάπτυξη των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, μόνο το 2015 μειώθηκαν οι πωλήσεις τους κατά 1,8%». Βέβαια, από την άλλη πλευρά υπάρχει και η Lidl, η οποία συνεχίζει να κερδίζει έδαφος, το μερίδιό της υπολογίζεται στο 16% – 17% στο σύνολο της αγοράς, που ανέρχεται στα 10,8 δισ. ευρώ.

Παράλληλα, μέρος της «αντεπίθεσης» των επωνύμων προϊόντων είναι η αύξηση της διαφημιστικής δαπάνης – πέρυσι αυξήθηκε κατά 5% και εφέτος εκτιμάται ότι η αύξηση θα κινηθεί στο ίδιο ποσοστό.