Γ. Αρβανιτίδης: Η ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Συνοχής προτεραιότητα για την Ελλάδα

Δημοσιεύθηκε: Πέμπτη 06 Απρ 2017 - 13:14

Τελευταία Ενημέρωση: 11:16

arvanitidis

Εισήγηση Γ. Αρβανιτίδη στην κοινή συνεδρίαση των Επιτροπών Ευρωπαϊκών Υποθέσεων και Περιφερειών παρουσία της Επιτρόπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρμόδιας για Θέματα Περιφερειακής Πολιτικής κυρίας Corina Cretu, με θέμα «Η Πολιτική Συνοχής στην Ελλάδα: επιτυχίες, προκλήσεις και προοπτικές»
Η έξοδος της Μεγάλης Βρετανίας δημιουργεί μια νέα πραγματικότητα. Κυρίως όμως δημιουργεί ένα χρηματοδοτικό κενό – κάποιοι το υπολογίζουν στα 60 δις ευρώ – το οποίο θα επηρεάσει σε μεγάλο βαθμό την πολιτική συνοχής, τόσο την υφιστάμενη, όσο και εκείνη που σχεδιάζεται για μετά το 2020.

Οι εκλογές σε Γαλλία και Γερμανία επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό το σχεδιασμό της επόμενης περιόδου δημιουργώντας καθυστερήσεις, ενώ σε συνδυασμό με τις συζητήσεις για το Brexit κάποιοι μιλούν ακόμα και για διετή καθυστέρηση.

Κάτι τέτοιο θα αποδειχτεί καταστροφικό για τις χώρες που εξαρτούν το μεγαλύτερο μέρος των δημοσίων επενδύσεών τους από τις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις, ενώ θα οδηγήσει σε αδιέξοδο πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, ΜΚΟ και άλλους φορείς που έχουν επενδύσει μεγάλο μέρος του ερευνητικού και κοινωνικού τους έργου στις χρηματοδοτήσεις αυτές.

Δυστυχώς, παρά τις δεσμεύσεις και τις προσπάθειες της αρμόδιας Επιτρόπου που βρίσκεται σήμερα μαζί μας, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δε στηρίζει ανοιχτά την Πολιτική Συνοχής. Πίσω από τα ευχολόγια και τις αναφορές στις συνθήκες, ένας μεγάλος αριθμός Επιτρόπων επιθυμεί την ενίσχυση των Χρηματοδοτικών Εργαλείων σε βάρος των μέχρι σήμερα πολιτικών επιδοτήσεων. Κάτι τέτοιο μπορεί να ακούγεται λογικό για μεγάλα έργα υποδομών, όπως είναι οι κεντρικές οδικές αρτηρίες και οι επενδύσεις στην ενέργεια.

Όμως εκτός από αυτά τα μεγάλα έργα, υπάρχουν και μια σειρά από άλλα έργα που μπορεί να μη προσφέρονται για επενδυτική αξιοποίηση, αλλά στηρίζουν ευαίσθητες κοινωνικές ομάδες, συνδέουν απομονωμένες περιοχές και νησιά, προστατεύουν την πολιτιστική μας κληρονομιά, δημιουργούν υποδομές υγείας για κάθε πολίτη. Και η Πολιτική Συνοχής αποκτά το πραγματικό της νόημα μέσα από τα έργα αυτά.

Υπάρχει όμως και ακόμα ένα ζήτημα.

Μέχρι σήμερα τα 352 δισεκατομμύρια της πολιτικής συνοχής – χρήματα των ευρωπαίων φορολογούμενων – τα διαχειρίζονται τα κράτη μέλη, οι Περιφέρειες και τοπικές αρχές, με τον αυστηρό έλεγχο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Στο μοντέλο αυτό υπάρχουν και οι διαχειριστικές αρχές και οι επιτροπές παρακολούθησης στις οποίες συμμετέχουν όλοι οι εμπλεκόμενοι φορείς, με αποτέλεσμα ο σχεδιασμός να λαμβάνει υπόψη του τις τοπικές ιδιαιτερότητες και τη χωρική κατανομή.

Ερώτημα.

Είμαστε σίγουροι ότι αντίστοιχος μηχανισμός θα υπάρχει και στα νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, τα οποία αντί για το κράτος θα τα διαχειρίζονται οι τράπεζες; Εμείς έχουμε σοβαρές αμφιβολίες στο θέμα αυτό. Μέχρι στιγμής, μοναδικό κριτήριο, είναι αυτό της δυνατότητας επενδυτικής αξιοποίησης ενός έργου. Τίποτα άλλο. Δεν κοιτάζουμε αν το έργο αυτό εμπίπτει σε έναν ευρύτερο ευρωπαϊκό, εθνικό ή περιφερειακό σχεδιασμό, ή το πως θα επιδράσει το έργο αυτό στην τοπική κοινωνία, την ανάπτυξη, την οικονομία.

Γίνεται ιδιαίτερη προσπάθεια από τους αρμόδιους παράγοντες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αλλά και την Ελληνική Κυβέρνηση να μας πείσουν για τη σημασία των νέων χρηματοδοτικών εργαλείων για την Ελλάδα. Η Επιτροπή μιλάει για πάνω από 800 εκατομμύρια που μπορούν να φέρουν συνολικές επενδύσεις 2 δις ευρώ. Σε αυτά βέβαια συμπεριλαμβάνει και τα κάθε είδους επενδυτικά ταμεία που θα πρέπει να λειτουργήσουν στην Ελλάδα. Ξεχνά όμως ότι τόσο η τραγική καθυστέρηση από την πλευρά της κυβέρνησης, όσο και το εντελώς αρνητικό επενδυτικό κλίμα που έχει δημιουργηθεί στη χώρα δεν επιτρέπουν την απορρόφησή τους.

Επομένως μιλάμε απλώς σε επίπεδο προθέσεων, την ώρα που ο χρόνος τελειώνει και ο κίνδυνος τα χρήματα αυτά να απορροφηθούν από άλλες χώρες είναι υπαρκτός. Εμείς, λοιπόν, πιστεύουμε ότι το «Σχέδιο Γιούνκερ» μπορεί να λειτουργήσει μόνο συμπληρωματικά στην Πολιτική Συνοχής, ενισχύοντας με ιδιωτικά κεφάλαια επενδύσεις που μπορούν να προσφέρουν έσοδα, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές εντάσσονται σε έναν κεντρικό σχεδιασμό και έχουν την κατάλληλη χωρική κατανομή.

Φυσικά, η Πολιτική Συνοχής δεν είναι τέλεια. Κάθε άλλο. Χρειάζονται σημαντικές βελτιώσεις στην υλοποίηση των έργων των διαρθρωτικών ταμείων. Η απλοποίηση και η ευελιξία αποτελούν ζητούμενο εδώ και χρόνια, σκοντάφτουν όμως στη γραφειοκρατία και στις διαφωνίες των κρατών μελών.

Όμως για εμάς η Πολιτική Συνοχής είναι σημαντική και έχει απολύτως μετρήσιμα αποτελέσματα. Η αξιολόγηση της περιόδου 2007-2013 αποκαλύπτει ότι ιδιαίτερα για τις Περιφέρειες Σύγκλισης τα διαρθρωτικά ταμεία εξασφάλισαν 4% αύξηση του ΑΕΠ. Επιπλέον δημιούργησαν 122.000 νέες μικρομεσαίες επιχειρήσεις και 322.000 νέες θέσεις εργασίας. Συνολικά πάνω από 940.000 νέες θέσεις εργασίας δημιουργήθηκαν από όλα τα Ταμεία. Καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό για μια οικονομία όπως η ελληνική με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει τα τελευταία 8 χρόνια.

Κλείνοντας επιτρέψτε μου δύο παρατηρήσεις.

Η πρώτη σχετίζεται με τα προγράμματα εδαφικής συνεργασίας και την τεράστια σημασία που παίζουν στη διαμόρφωση ευρωπαϊκής συνείδησης και κουλτούρας συνεργασίας σε περιφερειακό αλλά και τοπικό επίπεδο. Η αξία τους είναι πολλαπλάσια των ελάχιστων χρημάτων που διατίθενται γι’ αυτά και θα πρέπει να στηριχθούν και στο μέλλον. Πρέπει να στηριχτούν με αύξηση των δυνατοτήτων συνεργασίας, καθώς η υπερβολική κατάτμηση της τρέχουσας περιόδου δημιουργεί αποκλεισμούς και ομαδοποιήσεις που δεν υπηρετούν την προώθηση της ευρωπαϊκής συνεργασίας. Πρέπει να ενισχυθεί η συνεργασία Βορρά και Νότου, νησιών και κεντρικής Ευρώπης, μέσα από περισσότερα προγράμματα εδαφικής συνεργασίας που θα ενισχύουν τις συνέργειες και την ανταλλαγή καλών πρακτικών.

Η δεύτερη έχει να κάνει με τη Στρατηγική Ιονίου και Αδριατικής, η οποία θεωρούμε ότι πρέπει να στηριχθεί με κάθε τρόπο. Είναι βέβαιο ότι υπάρχουν δυσκολίες. Ωστόσο η συνεργασία στην ιδιαίτερα ευαίσθητη αυτή περιοχή μπορεί να φέρει αποτελέσματα με πολλαπλάσια σημασία για ολόκληρη την Ευρώπη, εξασφαλίζοντας υποδομές, συνεργασίες στον Τουρισμό και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, συμβάλλοντας τελικά στην ανάπτυξη της περιοχής.