Σίμοας Δανιηλίδης: Θεσσαλονίκη 2030-Παρουσιάζοντας ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης της πόλης

Δημοσιεύθηκε: Πέμπτη 06 Απρ 2017 - 16:32

Τελευταία Ενημέρωση: 11:34

 

Εισήγηση του δημάρχου Νεάπολης-Συκεών Σίμου Δανιηλίδη στην ημερίδα «Θεσσαλονίκη 2030-Παρουσιάζοντας ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης της πόλης»

 

(Θεσσαλονίκη, Πέμπτη 30 Μαρτίου 2017)

 

«Βασικά ερωτήματα προκαλούν κοινούς προβληματισμούς και δοκιμάζουν τις δυνάμεις και τη σκέψη μας. Η πόλη μας στον 20ο αιώνα κλήθηκε να αντιμετωπίσει τρεις μεγάλες προκλήσεις: τη Μικρασιατική Καταστροφή, τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την εξόντωση του εβραϊκού πληθυσμού της, τον Ψυχρό Πόλεμο και την αποκοπή από τη βαλκανική ενδοχώρα.

»Σήμερα, 27 χρόνια μετά την κατάρρευση των καθεστώτων της Ανατολικής Ευρώπης και την προοπτική  ενός αναβαθμισμένου ρόλου  για τη Θεσσαλονίκη στα Βαλκάνια και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη, με την οικονομική και κοινωνική κρίση στη χώρα να εξακολουθεί με μεγάλη ένταση και ισχύ, ιδιαίτερα απαιτητική προβάλλει η ανάγκη για κρίσιμες και ουσιαστικές απαντήσεις.

»Θα μπορέσει η πόλη να αντέξει, να μετασχηματιστεί και να αναπτυχθεί; Θα μπορέσsimos-daniilidisει να αναδείξει τους τομείς και τις δυνάμεις που θα σχεδιάσουν και θα υλοποιήσουν ένα νέο αναπτυξιακό πλαίσιο;

»Σ’ αυτή τη διαδικασία ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης είναι ιδιαίτερα σημαντικός. Οι δήμοι σήμερα έχουν αποκτήσει κουλτούρα προγραμματισμού. Επί 20 και πλέον χρόνια, μετά τον Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων του 1996, σχεδιάζουν και υλοποιούν Επιχειρησιακά Προγράμματα. Παράλληλα, με τη μεταρρύθμιση του «Καλλικράτη», οι δήμοι έχουν ισχυροποιηθεί ως υπηρεσιακοί μηχανισμοί και έχουν αποκτήσει το κρίσιμο μέγεθος που απαιτείται για να μπορούν δυναμικά να παρέμβουν στο τοπικό γίγνεσθαι.

»Τα παραπάνω ισχύουν ιδιαίτερα για τους δήμους της Θεσσαλονίκης καθώς με τον «Καλλικράτη» ο μέσος πληθυσμός των δήμων της πόλης από 33.165 τριπλασιάστηκε σε 96.170 άτομα (προ «Καλλικράτη» 29 δήμοι, μετά «Καλλικράτη» 10 δήμοι).

»Δυστυχώς, όμως, η άσκηση του ρόλου που οι τοπικές αρχές πρέπει να έχουν στα ζητήματα της τοπικής ανάπτυξης προσκρούει στο προπατορικό αμάρτημα του νεοελληνικού κράτους, στον ιδιαίτερα συγκεντρωτικό του χαρακτήρα, που επιβλήθηκε με το βαυαρικό καθεστώς του Όθωνα.

»Πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερης μελέτης πώς ένα έθνος με μία μεγάλη παράδοση κοινοτισμού και με ισχυρά τοπικιστικά χαρακτηριστικά κατέληξε να συγκροτήσει το πιο συγκεντρωτικό κράτος της Ευρώπης.

»Σταχυολογώ και σας μεταφέρω συμπεράσματα σχετικών άρθρων και μελετών τόσο της ΚΕΔΕ, όσο και του ΟΟΣΑ και του Διεθνούς Δικτύου των Πόλεων, των τοπικών και των περιφερειακών αρχών (UCLG).

►…Η Ελλάδα παραμένει (2016) η πιο συγκεντρωτική χώρα της Ευρώπης.

►…προκύπτει ότι στις περισσότερες περιπτώσεις έχουμε ως «αυτοδιοικητικούς γείτονες» χώρες της Αφρικής, ενώ «συνορεύουμε» και κατά περίπτωση, με κάποιες χώρες της Ευρώπης και της Ασίας.

»Σε δείγμα 101 χωρών η Ελλάδα βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις στις δαπάνες της Τ.Α. για την εκπαίδευση ως ποσοστό του ΑΕΠ. Το ίδιο ισχύει για τις κοινωνικές δαπάνες, ενώ στην υγεία οι δαπάνες της ελληνικής Τοπικής Αυτοδιοίκησης αγγίζουν το μηδέν.

 

ΕΠΙΤΑΚΤΙΚΗ ΑΝΑΓΚΗ Η ΑΠΟΚΕΝΤΡΩΣΗ

»Οι οργανώσεις της Αυτοδιοίκησης έχουν θέσει το ζήτημα της αποκέντρωσης σε σειρά αποφάσεών τους. Στο συνέδριο της ΚΕΔΚΕ το 1995 θέσαμε την επιτακτική ανάγκη η Τ.Α. να αποτελέσει τον κύριο και αποκλειστικό φορέα άσκησης κοινωνικής πολιτικής και πρωτοβάθμιας κοινωνικής φροντίδας στη χώρα.

»Η ΚΕΔΕ σήμερα διεκδικεί τη μεσοπρόθεσμη αύξηση των οικονομικών της Τ.Α. από το 3,5% στο 8% του ΑΕΠ, ώστε να πλησιάσουμε στον παγκόσμιο μέσο όρο. Επιπλέον η ΚΕΔΕ διεκδικεί για τους δήμους την προσέγγιση στο παγκόσμιο κεκτημένο και τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, του συνόλου της εφαρμοσμένης κοινωνικής πολιτικής, της προληπτικής και πρωτοβάθμιας υγείας,  μαζί με τους απαραίτητους πόρους.

»Οι επενδύσεις της Αυτοδιοίκησης έχουν χαρακτηριστικά που ενισχύουν άμεσα τη βιώσιμη ανάπτυξη. Συνήθως είναι μικρές σε ύψος και άρα δεν δεσμεύουν τεράστιους πόρους. Είναι εντάσεως εργασίας και δίνουν εργασία σε πλήθος εργαζομένων της τοπικής κοινωνίας. Ενισχύουν ιδιαίτερα την εργασία των γυναικών (εκπαίδευση, παιδικοί σταθμοί, κοινωνική πολιτική).

»Στην Τοπική Αυτοδιοίκηση με πλήθος ερευνών έχουμε πλέον τεκμηριώσει πως ανάπτυξη και αποκέντρωση είναι έννοιες αλληλένδετες. Για την ακρίβεια, η αποκέντρωση αποτελεί αναπτυξιακή προϋπόθεση. Όσο περισσότερο αποκεντρώνει τις λειτουργίες του ένα κράτος, τόσο υψηλότερη και βιώσιμη ανάπτυξη μπορεί να πετύχει.

»Ο αναπτυξιακός ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης αποτελεί ευρωπαϊκό κεκτημένο και διατυπώνεται ήδη από το 1985 στον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας. Ο χάρτης που κυρώθηκε με το νόμο 1850/1989 διατυπώνει τις αρχές της εγγύτητας και της επικουρικότητας και ορίζει πως οι τοπικές αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να ρυθμίζουν και να διαχειρίζονται ένα σημαντικό μέρος των δημοσίων υποθέσεων με δική τους αποκλειστική ευθύνη και προς το συμφέρον του τοπικού πληθυσμού.

»Ο Χάρτης θεωρεί ότι οι δημόσιες υποθέσεις θα πρέπει να ασκούνται κατά προτίμηση από αρχές που είναι εγγύτερα προς τους πολίτες, ενώ ένα υψηλότερο επίπεδο διοίκησης θεωρείται κατάλληλο μόνο όταν ο συντονισμός ή η παραχώρηση των αρμοδιοτήτων είναι αδύνατη ή λιγότερο αποτελεσματική στο αμέσως κατώτερο διοικητικό επίπεδο.

»Σε αυτή τη βάση οι τοπικές αρχές της Ευρώπης ρυθμίζουν και τα ζητήματα της Μητροπολιτικής Διακυβέρνησης. Παρά τα διαφορετικά συστήματα διακυβέρνησης η βασική αρχή παραμένει ίδια. Οι τοπικές αρχές, σε συνεργασία και με συντονισμό, σχεδιάζουν και υλοποιούν τοπικές αναπτυξιακές παρεμβάσεις και Σχέδια Βιώσιμης Αστικής Ανάπτυξης.

 

ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΕΝΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

»Σε αυτή την κατεύθυνση οι δήμοι της Θεσσαλονίκης, με πρωτοβουλία της Μητροπολιτικής Αναπτυξιακής Θεσσαλονίκης, εδώ και δυο χρόνια, έχουμε ξεκινήσει μία συστηματική εργασία για τη συγκρότηση ενός ενιαίου σχεδίου ανάπτυξης της πόλης και καλύτερης αξιοποίησης των διαθέσιμων χρηματοδοτικών εργαλείων. Το σχέδιο αυτό αναπτύχθηκε μέσω κοινών επιτροπών με στελέχη των δήμων (υπηρεσιακά και αιρετά) και ειδικά θεματικά εργαστήρια σύγκλησης των επιχειρησιακών προγραμμάτων των δήμων.

»Το Υπουργείο Οικονομίας υποστηρίζει τη δυναμική που έχει διαμορφωθεί μέσω αυτών των συνεργασιών των δήμων της Θεσσαλονίκης και συγκρότησε  μια ομάδα εργασίας μεταξύ της ΜΟΔ (Μονάδα Οργάνωσης της Διαχείρισης Αναπτυξιακών Προγραμμάτων του Υπ. Οικονομίας) και της ΜΑΘ με στόχο την τεχνική υποστήριξη των δήμων για την καλύτερη απορρόφηση των χρηματοδοτήσεων που κυρίως αφορούν μητροπολιτικές λειτουργίες και διαδημοτικές συνεργασίες.

»Με παρακαταθήκη την εμπειρία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης σε προγράμματα αστικής ανάπτυξης στις τέσσερεις προηγούμενες προγραμματικές περιόδους στεκόμαστε μπροστά στην πρόκληση για το σχεδιασμό του Αναπτυξιακού Προγράμματος Πολεοδομικού Συγκροτήματος Θεσσαλονίκης. Στις προηγούμενες εφαρμογές έχουν εντοπιστεί οι δυσλειτουργίες, τα προβλήματα και τα λάθη τα οποία πρέπει να αποφύγουμε.

»Το σχέδιο μας πρέπει να είναι εύστοχο, ειλικρινές, υλοποιήσιμο και κυρίως αποτελεσματικό. Πρέπει οι μητροπολιτικές λειτουργίες να περιγραφούν σαφώς και να εξυπηρετηθούν ουσιαστικά. Το σχέδιό μας πρέπει να αναδείξει και να εξυπηρετήσει ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ (τις μεγάλες παρεμβάσεις) που έχει ανάγκη η πόλη για να εκκινήσει τη νέα της αναπτυξιακή πορεία. Τις μικρές παρεμβάσεις, τα πεζοδρομιάκια, τις πλατειούλες  και τις συντηρήσεις όπως λέμε, θα πρέπει να τις χρηματοδοτήσουμε από άλλα χρηματοδοτικά εργαλεία ή με δημοτικούς πόρους. Δεν πρέπει να τα απαξιώσουμε γιατί είναι έργα που τα οφείλουμε στους πολίτες. Σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν πρέπει να σπαταληθούν για αυτού του είδους τις παρεμβάσεις κονδύλια που προορίζονται για έργα μητροπολιτικού χαρακτήρα.

»Η πόλη έχει επιτακτική ανάγκη από έργα που αναδιατάσσουν τις μητροπολιτικές λειτουργίες, όπως την κινητικότητα, τη διαχείριση των φυσικών πόρων και των απορριμμάτων, την κοινωνική συνοχή και την άσκηση της οικονομικής δραστηριότητας. Από έργα που εμπνέονται από μακροχρόνιο και κοινό όραμα. Από παρεμβάσεις που δημιουργούν θετικό αντίκτυπο στην πόλη, που μοχλεύουν τις δυνάμεις και τους πόρους της πόλης και αξιοποιούν τα δυνατά της σημεία, τα εκπαιδευτικά μας ιδρύματα, τον πολιτισμό, τη βυζαντινή ταυτότητα, τη γεωγραφική θέση.

 

ΕΜΒΛΗΜΑΤΙΚΕΣ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

»Ως παράδειγμα εδώ θέλω να αναφέρω την πρότασή μας για την Επαρχιακή Οδό Νο2, την παλιά οδό Θεσσαλονίκης-Ασβεστοχωρίου. Είναι μία κοινή πρόταση που επεξεργαζόμαστε από κοινού πέντε δήμοι της πόλης και αφορά στη δημιουργία ενός διαδρόμου φυσικού δροσισμού. Αντιμετωπίζει τον δρόμο ως μία εν δυνάμει νησίδα πρασίνου, με φυτεύσεις χιλιάδων δένδρων υψηλής κόμης που θα αλλάξουν το μικροκλίμα στην περιοχή. Παράλληλα αξιοποιεί όλους τους παρακείμενους δημόσιους χώρους και τους αναβαθμίζει σε χώρους πρασίνου. Συμβάλλει στη βιώσιμη αστική κινητικότητα. Προωθεί τη μετεπιβίβαση των κατοίκων από τα Πεύκα και το Ασβεστοχώρι σε μία εξπρές ηλεκτροκίνητη λεωφορειακή γραμμή μέχρι το σταθμό του μετρό στην πλατεία Δημοκρατίας. Όλο το έργο διαπνέεται από την ιδέα της σωστής αξιοποίησης των φυσικών πόρων, προωθεί την εξοικονόμηση ενέργειας με φωτισμούς led και εξοικονομεί νερό προωθώντας τη χρήση των ομβρίων για την άρδευση των φυτεύσεων. Με την ολοκλήρωσή του θα μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε ως τον πιο σύγχρονο και οικολογικό δρόμο της πόλης μας.

»Για το σχεδιασμό του έργου και την ωρίμανσή του, εκτός των δήμων, της ΜΑΘ της ΜΟΔ και του υπουργείου, συνεργαζόμαστε με την ΕΓΝΑΤΙΑ ΟΔΟ και θα συμμετάσχουν πλήθος Οργανισμών, όπως η ΕΥΑΘ και τρία μεγάλα νοσοκομεία της πόλης. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά παρέμβασης διαδημοτικής συνεργασίας με μητροπολιτικό αντίκτυπο καθώς επηρεάζει άμεσα τη ζωή 200.000 κατοίκων.

»Αντίστοιχα εμβληματικά χαρακτηριστικά έχουν και οι διαδημοτικές παρεμβάσεις που αφορούν στην ανάδειξη των βυζαντινών μνημείων, το Επταπύργιο και τα Βυζαντινά τείχη, καθώς και το θαλάσσιο μέτωπο.

»Χαιρετίζουμε την πρωτοβουλία του υπουργείου Οικονομίας να εντάξει στα Έργα Αναπτυξιακών Προγραμμάτων ειδικού σκοπού του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων 2017 το «Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Πολεοδομικού Συγκροτήματος Θεσσαλονίκης». Δίνει στην πόλη τη δυνατότητα να αναπτυχθεί με βάση τα τοπικά χαρακτηριστικά και τις προτεραιότητες που οι τοπικές αρχές θέτουν, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Παράλληλα μάς δίνει και μία ευκαιρία να σχεδιάσουμε από κοινού, με σύστημα και συντονισμένα, έργα που θα μείνουν παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές».