Το άγνωστο ρήγμα φοβίζει τους σεισμολόγους

Δημοσιεύθηκε: Τετάρτη 19 Νοέ 2014 - 08:30

Τελευταία Ενημέρωση: 08:30

Στη χώρα η οποία έχει βιώσει από την αρχή του έτους μέχρι σήμερα δώδεκα σεισμούς μεγαλύτερους των 5 Ρίχτερ, οι δονήσεις που εκδηλώθηκαν χθες στον Ευβοϊκό Κόλπο λίγα λεπτά μετά τη μία τα ξημερώματα θα μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητες.

 

Και, όμως, οι σεισμοί των 5,2 και 5,1 Ρίχτερ, που εκδηλώθηκαν με διαφορά τεσσάρων λεπτών μεταξύ τους, αναστάτωσαν σχεδόν τη μισή Ελλάδα. Με βοή, διάρκεια και μικρό εστιακό βάθος -που εκτιμήθηκε από το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο Αθηνών στα πέντε και δέκα χιλιόμετρα από την επιφάνεια της γης- έγιναν αισθητές στην Κρήτη, την Πελοπόννησο, τη Στερεά, ενώ ταρακούνησαν έντονα την Αττική, τη Χαλκίδα και τη Λαμία.

 

Την ανησυχία των κατοίκων της Εύβοιας και της Φθιώτιδας, πολλοί εκ των οποίων πέρασαν τη νύχτα έξω από τα σπίτια τους, επέτεινε το ερώτημα κατά πόσο το φαινόμενο συνδέεται με το ρήγμα της Αταλάντης. Τελικά οι σεισμολόγοι διέψευσαν κατηγορηματικά αυτό το ενδεχόμενο, διευκρινίζοντας ότι το «ένοχο» ρήγμα βρίσκεται σε απόσταση 18 χιλιομέτρων από αυτό της Αταλάντης, έχει άλλη διεύθυνση, εντοπίζεται στο μέσον του Ευβοϊκού και είναι εξ ολοκλήρου υποθαλάσσιο.

 

«Είναι ένα μικρό ρήγμα που δεν το γνωρίζαμε, το ανακαλύψαμε τώρα και υπολογίζουμε ότι βρίσκεται σε βάθος πέντε έως δώδεκα χιλιομέτρων. Προσπαθούμε να βρούμε τα ακριβή γεωμετρικά στοιχεία του και αν υπάρχουν άλλα ρήγματα δίπλα του. Δεν έχουμε επιφανειακές εκδηλώσεις και αυτό καθιστά πιο πολύπλοκη την έρευνα», λέει ο κ. Αθανάσιος Γκανάς, διευθυντής Ερευνών του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου.

 

Στην πλειονότητά τους οι επιστήμονες εμφανίζονται καθησυχαστικοί, χαρακτηρίζοντας ομαλή τη μετασεισμική ακολουθία και υπογραμμίζοντας ότι η περιοχή δεν μπορεί να δώσει πολύ μεγάλα μεγέθη σεισμών. Ορισμένοι όμως, όπως ο κ. Ακης Τσελέντης, διατηρούν επιφυλάξεις ως προς το αν ήταν το κύριο φαινόμενο.

Σε διάστημα μισής ώρας μετά την εκδήλωση των «δίδυμων σεισμών» κατεγράφησαν άλλοι τέσσερις μεγέθους μεγαλύτερου των 3,4 Ρίχτερ.

 

«Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της ημέρας σημειώθηκαν αρκετές δεκάδες μετασεισμών – με μεγαλύτερο έναν μεγέθους 3,9 Ρίχτερ-, οι οποίοι άρχισαν να δίνουν την εικόνα μίας ομαλά εξελισσόμενης ακολουθίας», λέει στο «Εθνος» ο σεισμολόγος του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου Γεράσιμος Παπαδόπουλος. «Η ανάλυση των έως τώρα δεδομένων με τον αλγόριθμο Forma δείχνει ότι επρόκειτο μάλλον για το κύριο φαινόμενο, όμως θα είμαστε απολύτως βέβαιοι στη συνέχεια».

 

Ο κ. Παπαδόπουλος διευκρίνισε ότι ο σεισμός δεν έχει καμία σχέση με το ρήγμα της Αταλάντης. «Προέρχεται από ένα υποθαλάσσιο ρήγμα με διεύθυνση από Ανατολή προς Δύση σε απόσταση περίπου 30 χιλιομέτρων βόρεια της Χαλκίδας και είναι σχεδόν κάθετο με αυτό της Αταλάντης». Σκιαγραφώντας την ανατομία του, επισημαίνει κάτι σημαντικό: «Το ρήγμα αυτό έχει πολύ μικρότερες διαστάσεις από της Αταλάντης, εκτιμούμε το μήκος του στα 10 χιλιόμετρα. Αυτό δείχνει ότι το σεισμικό του δυναμικό είναι περιορισμένο, δηλαδή δεν μπορεί να δώσει μεγάλα μεγέθη. Ως προς αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι ιστορικά δεν έχει ποτέ καταγραφεί μεγάλος σεισμός εκεί. Λίγο ανατολικότερα μόνο, προς τα Ψαχνά της Εύβοιας, τη διετία 2001-2003 είχαμε παρατεταμένη σεισμική δραστηριότητα η οποία κατέληξε με μέγεθος 4,9 ή 5 Ρίχτερ. Αυτό δείχνει ότι δεν υπάρχει πολύ μεγάλη δυναμικότητα στην περιοχή».

 

Το ίδιο επεσήμανε, μιλώντας στο «Εθνος» και ο πρόεδρος του ΟΑΣΠ Ευθύμιος Λέκκας, ο οποίος ανέφερε πως «η Αταλάντη έδωσε μεγάλο σεισμό το 1894 και, σύμφωνα με τις γνώσεις μας, χρειάζεται για να επαναφορτιστεί περίπου 700 χρόνια. Δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί τώρα». Σχολιάζοντας το γεγονός ότι ο Εγκέλαδος δεν προκάλεσε τραυματισμούς και υλικές ζημιές, ο κ. Λέκκας χαρακτήρισε ευτύχημα «το ότι είχαμε δύο σεισμούς μέσω των οποίων εκλύθηκε η ενέργεια και όχι έναν μεγαλύτερο», ενώ χαρακτήρισε ομαλή την ακολουθία.

 

Π. ΒΑΡΩΤΣΟΣ: Δεν μας εξέπληξε, το αναμέναμε

 

Επιφυλακτικός ως προς το αν η δόνηση των 5,2 Ρίχτερ ήταν ο κύριος σεισμός εμφανίστηκε ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Πατρών Ακης Τσελέντης. Ο ίδιος δήλωνε χθες μη ικανοποιημένος από την εξέλιξη της μετασεισμικής ακολουθίας και υποστήριζε ότι απαιτείται εγρήγορση, καθώς η περιοχή είναι μεγάλης σεισμικότητας.

 

Στο ίδιο πλαίσιο κινήθηκε και ο κ. Κώστας Παπαζάχος ο οποίος με δηλώσεις του στο ΑΠΕ συνέστησε «να είμαστε σε επιφυλακή τα επόμενα εικοσιτετράωρα», μη μπορώντας, όπως είπε, να αποκλείσει το ενδεχόμενο εκδήλωσης του κύριου σεισμού στη συνέχεια.

 

Παρέμβαση στη συζήτηση που άνοιξε με αφορμή τη σεισμική δραστηριότητα στον Ευβοϊκό Κόλπο έκανε χθες και ο Π. Βαρώτσος, υποστηρίζοντας ότι η ομάδα ΒΑΝ είχε προβλέψει τον χθεσινό σεισμό και είχε αναρτήσει από τις 7 Αυγούστου στη διεθνή βάση του Πανεπιστημίου Cornell ενημέρωση για την ανίχνευση προσεισμικών ηλεκτρικών κυμάτων στην περιοχή.

 

«Ηταν κάτι που δεν μας εξέπληξε, το αναμέναμε», είπε ο κ. Βαρώτσος από την Κίνα όπου βρίσκεται προσκεκλημένος από την κυβέρνηση της χώρας και προσέθεσε ότι δεν προέβη σε ενημέρωση των αρμοδίων Αρχών, καθώς κάτι τέτοιο γίνεται μόνο σε περιπτώσεις ισχυρών σεισμικών δονήσεων της τάξεως των 6 Ρίχτερ. Ο κ. Βαρώτσος αναφέρθηκε επίσης στην απόφαση της Κίνας να εκτοξεύσει στο διάστημα δορυφόρο, ο οποίος θα συλλέγει τα προσεισμικά ηλεκτρικά και μαγνητικά κύματα.

 

ΤΙ ΕΚΤΙΜΟΥΝ ΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ

 

Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ: ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΟ ΔΥΝΑΜΙΚΟ

 

«Το ρήγμα στο οποίο οφείλονται οι χθεσινοί σεισμοί είναι μικρό, με μήκος περίπου 10 χιλιομέτρων, γεγονός που δείχνει ότι το σεισμικό του δυναμικό είναι περιορισμένο, δηλαδή δεν μπορεί να δώσει μεγάλα μεγέθη σεισμών. Σε αυτό συνηγορεί και το σεισμικό παρελθόν της περιοχής».

 

ΑΘ. ΓΚΑΝΑΣ: ΠΛΟΥΣΙΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ

 

«Οσο απομακρυνόμαστε χρονικά από τις δονήσεις των 5,2 Ρίχτερ και έχουμε αυτήν τη μετασεισμική ακολουθία, με τόσο μεγαλύτερη βεβαιότητα θα μπορούμε να αποφανθούμε για το εάν επρόκειτο για τον κύριο σεισμό. Πάντως εξελίσσεται πλούσια μετασεισμική ακολουθία».

 

ΕΥ. ΛΕΚΚΑΣ: ΔΕΝ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΕΙ ΤΗΝ ΑΤΑΛΑΝΤΗ

 

«Δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί η Αταλάντη μετά τη χθεσινή σεισμική δραστηριότητα στον Ευβοϊκό. Εδωσε μεγάλο σεισμό το 1894, δηλαδή πριν από 120 έτη, και σύμφωνα με τη βιβλιογραφία το συγκεκριμένο ρήγμα για να επαναφορτιστεί χρειάζεται περίπου 700 χρόνια».

 

Πηγή: Έθνος