Ο Ελληνας κυνηγός αρχαιοκάπηλων της Βαγδάτης

Η πρόσφατη επαναλειτουργία του Εθνικού Μουσείου του Ιράκ ήταν μια αργοπορημένη δικαίωση για τον Μάθιου Μπογδάνο.

Ο ελληνικής καταγωγής βοηθός εισαγγελέα του Μανχάταν είχε βρεθεί, τον Απρίλιο του 2003, στη Βαγδάτη και ως συνταγματάρχης, τότε, των αμερικανικών δυνάμεων είχε ηγηθεί της προσπάθειας εντοπισμού κλεμμένων αρχαιολογικών θησαυρών. Σε μια έρευνα που κράτησε πέντε χρόνια και επεκτάθηκε σε 19 κράτη, ο επίμονος κυνηγός των αρχαιοκάπηλων κατάφερε να επαναπατρίσει 8.000 αντικείμενα. Χωρίς και τη δική του συμβολή, αρκετές πτέρυγες του Μουσείου θα παρέμεναν σήμερα στο σκοτάδι.

«Το άνοιγμα του Μουσείου είναι ένα μικρό, σημαντικό βήμα στον αγώνα κατά της αρχαιοκαπηλίας», λέει ο έφεδρος συνταγματάρχης, σε τηλεφωνική μας συνομιλία, από το γραφείο του στη Ν. Υόρκη. «Οταν βρέθηκα πρώτη φορά εκεί, κάποια τμήματά του είχαν λεηλατηθεί από αρχαιοκάπηλους, εργαζόμενους αλλά και μέλη του καθεστώτος. Ηταν μια τραγωδία». Ο ίδιος είχε προτείνει το σταδιακό άνοιγμα αιθουσών του Μουσείου για λίγες ώρες την ημέρα, προκειμένου το προσωπικό του Μουσείου και οι πολίτες να αποκτήσουν μια αίσθηση κανονικότητας. Αρχικά, αυτό εφαρμόστηκε για μικρό διάστημα το 2005 και έπειτα το 2009. Για πρώτη φορά, όμως, ξεκίνησε η λειτουργία όλου του Μουσείου σε πλήρες ωράριο πριν από μία εβδομάδα. Η κίνηση συνέπεσε χρονικά με τις καταστροφές εκθεμάτων στο μουσείο της Μοσούλης από μέλη του Ισλαμικού Κράτους (ISIS). «Μέλη του ISIS λένε, στη δική τους διεστραμμένη εκδοχή του Ισλάμ, ότι αρχαία αντικείμενα με ανθρώπινη μορφή πρέπει να καταστρέφονται. Και όσα δεν τα καταστρέφουν τα πουλάνε παράνομα. Αντιπροσωπεύουν το κακό. Το κακό δεν έχει λογική ή συνέπεια. Είναι απλά κακό» λέει ο κ. Μπογδάνος.

Γεννήθηκε στη Ν. Υόρκη από Ελληνες μετανάστες γονείς. Κατατάχθηκε στους πεζοναύτες το 1977 και σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο Columbia. Από το 2010, μετά την αποστράτευσή του, εργάζεται στην εισαγγελία του Μανχάταν. Αυτός χειρίστηκε από το 2012 μέχρι τον περασμένο Αύγουστο την υπόθεση του επαναπατρισμού στην Ελλάδα πέντε αρχαίων νομισμάτων, που βρέθηκαν στην κατοχή του συλλέκτη και ορθοπεδικού Αρνολντ Πίτερ Βάις.

Το 2005, όσο βρισκόταν στο Ιράκ, διαπίστωσε ότι η διακίνηση αρχαίων χρησιμοποιείται για τη χρηματοδότηση τρομοκρατικών οργανώσεων. Τότε, όλο και πιο συχνά, εντόπιζε αρχαία σε κιβώτια με λαθραία όπλα. «Στη Μέση Ανατολή οι λαθρέμποροι δεν νοιάζονται τι βρίσκεται μέσα στο κουτί. Πληρώνονται απλά για να το μεταφέρουν» λέει στην «Κ». «Μετά την 11η Σεπτεμβρίου και τους πιο αυστηρούς ελέγχους που ακολούθησαν, περιορίστηκαν τα έσοδα της Αλ Κάιντα και άλλων οργανώσεων από παράνομα φιλανθρωπικά ιδρύματα. Οι Ταλιμπάν στο Αφγανιστάν στράφηκαν στο όπιο. Στο Ιράκ, όμως, η μεγάλη ευκαιρία που είχαν για έσοδα βρισκόταν στα αρχαία» λέει. Το ISIS, όπως παρατηρεί ο κ. Μπογδάνος, εξέλιξε αυτή την πρακτική. «Δεν αξιοποιούν απλά τους λαθρέμπορους ή τους αρχαιοκάπηλους. Οι ίδιοι βρίσκονται εκεί και λεηλατούν μόνοι τους μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους». Οι οδοί, πάντως, της παράνομης διακίνησης των αρχαίων αντικειμένων φαίνεται να μην έχουν μεταβληθεί. Ο έφεδρος συνταγματάρχης εξηγεί ότι συνήθως τα αντικείμενα καταλήγουν πρώτα από το Ιράκ σε κάποιον διακινητή στη Βηρυτό ή στη Δαμασκό. Από εκεί στέλνονται στη Γενεύη, σε κάποιον έμπορο τέχνης που αναλαμβάνει να συντάξει πλαστά έγγραφα προέλευσης των αντικειμένων και να τα πουλήσει ως «νόμιμα» σε συλλέκτες στο εξωτερικό. Το δίκτυο είναι τόσο πολύπλοκο και απλωμένο, που τον Δεκέμβριο του 2008, κατά την έρευνά του, ο κ. Μπογδάνος είχε ανακαλύψει ένα έκθεμα του Μουσείου της Βαγδάτης στο Περού. «Ηταν έκπληξη και για εμάς πού μπορεί να φτάσει κάποιο αντικείμενο» τονίζει.

 

Πηγή: Καθημερινή