Προσπάθεια εξαπάτησης και παγίδευσης των δανειοληπτών

ΦΩΤΟ: ΑΡΧΕΙΟΥ

ΦΩΤΟ: ΑΡΧΕΙΟΥ

Τα πράγματα δεν πάνε καλά για τις τράπεζες κι αυτό το ομολογούν όλοι. Τόσο οι τραπεζίτες, όσο και οι εκπρόσωποι των distress funds που το βλέπουν όλο αυτό σαν ευκαιρία για κέρδος. Γι αυτό και οι τράπεζες προσπαθούν να πάρουν ότι μπορούν από τους δανειολήπτες, προσπαθώντας να βρουν καλές λύσεις και ρυθμίσεις για τα «κόκκινα» δάνεια. Γιατί όσο κι αν προσπαθούν, δεν βλέπουν καμία περίπτωση στην οποία θα μπορούσαν να πετύχουν τους στόχους που θέτουν οι δανειστές και ο SSM, ώστε να μπορέσουν μέσα στο μικρό γι αυτές διάστημα των τριών χρόνων, να εισπράξουν το 42% των κόκκινων δανείων. Η τέταρτη ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών αποτελεί πλέον ορατό κίνδυνο για όλους τους Έλληνες πολίτες. Και οι τραπεζίτες γνωρίζουν πολύ καλά ότι αν φτάσουμε και πάλι σ’ αυτό το σημείο, όχι μόνο νέες καταθέσεις δεν πρόκειται να ξαναδούν στα ταμεία τους για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά θα χάσουν κι αυτές που απέμειναν, καθώς τα στρώματα, τα μαξιλάρια και οι θυρίδες αποδεικνύονται πολύ πιο ασφαλέστερες λύσεις απ’ότι οι τραπεζικοί λογαριασμοί.

Γι αυτό οι τράπεζες εξετάζουν να προσφέρουν ευκαιρίες υπό προϋποθέσεις, αλλά πάντα με κινδύνους, για τους δανειολήπτες κατά τη πώληση των «κόκκινων» δανείων σε funds. Κάτι που γίνεται για πρώτη φορά μετά αρκετά χρόνια. Σκέφτονται να δώσουν την ευκαιρία στους οφειλέτες να απαλλαγούν από δάνεια του παρελθόντος, αποπληρώνοντας, ένα πολύ μικρό μέρος της συνολικής τους οφειλής και αποφεύγοντας με αυτό τον τρόπο δικαστικές εμπλοκές που μπορεί να τους ταλαιπωρήσουν. Όμως όσοι δεν καταφέρουν να βρουν μια συμβιβαστική λύση για την εξόφληση των οφειλών τους, θα αντιμετωπίσουν τις επιπτώσεις από την ενεργοποίηση των δικαστικών ενεργειών, δηλαδή καταγγελία της σύμβασης, έκδοση διαταγής πληρωμής και πλειστηριασμός ή κατάσχεση. Έτσι λοιπόν, αν κάποιος χρωστάει π.χ. 30.000 ευρώ και δεν διαθέτει κινητή ή άλλη περιουσία ή εισοδήματα, ένας εύλογος διακανονισμός μπορεί να είναι η εξόφληση σε μία, δύο ή τρεις δόσεις 10.000 ευρώ για να απαλλαγεί οριστικά.

Αλλά αυτό είναι μόνο αυτό που οι τράπεζες θέλουν να βγει προς τα έξω. Γιατί σ’αυτές τις δήθεν ρυθμίσεις που προτείνουν οι τράπεζες, υπάρχουν κρυμμένες παγίδες για τους δανειολήπτες. Κι αυτό δεν είναι καινούργιο. Οι τράπεζες έχουν ήδη εφαρμόσει αυτή τη τακτική και σε λύσεις που έχουν προτείνει σε δανειολήπτες που έσπευσαν να ρυθμίσουν τα δάνειά τους για να πάρουν το πιστοποιητικό του συνεργάσιμου δανειολήπτη και να προσπαθήσουν να σώσουν το σπίτι τους.

Σε σειρά καταγγελιών που έχουν γίνει στο Σύνδεσμο Προστασίας Δανειοληπτών και Προστασίας Καταναλωτών Βορείου Ελλάδος, από τις ίδιες τις νέες συμβάσεις που προτείνουν οι τράπεζες δεν αναγράφεται πουθενά ότι αν καταβάλλει ο δανειολήπτης τη μισή οφειλή του θα εξοφληθεί παράλληλα το χρέος του προς τη τράπεζα. Το δηλώνουν μεν προφορικά, αλλά όταν ο δανειολήπτης ζητήσει αυτή η διευκρίνηση να αναφέρεται και στη νέα σύμβαση, εισπράττουν την άρνηση των τραπεζών. Κι αυτό γιατί οι δανεικές συμβάσεις δεν είναι εκκαθαρισμένες. Δηλαδή, η οφειλή που λέει η τράπεζα ότι χρωστάει ένας δανειολήπτης δεν είναι ουσιαστικά η πραγματική  του οφειλή. Κι αυτό οι τράπεζες το κάνουν εν γνώσει τους. Έτσι, αν ένας δανειολήπτης υπογράψει μια τέτοια νέα σύμβαση, αυτό που ουσιαστικά κάνει είναι να αναγνωρίζει την οφειλή που του λέει η τράπεζα ότι έχει.  Γι αυτό χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή στις νέες συμβάσεις που προτείνουν οι τράπεζες στους δανειολήπτες για να ρυθμίσουν τις οφειλές τους.

Βασικό χαρακτηριστικό που διακρίνει τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει ένα fund που αγοράζει «κόκκινα» δάνεια, είναι συνήθως το άμεσο κέρδος. Ετσι σε αντίθεση με την πρακτική της τράπεζας που επιδιώκει να ρυθμίσει ένα καταναλωτικό δάνειο σε βάθος δεκαετίας, η λογική του fund είναι να εισπράξει όσα περισσότερα μπορεί σε όσο το δυνατόν πιο σύντομο χρονικό διάστημα, συνήθως δύο ή τρία χρόνια, χωρίς φυσικά αυτό να σημαίνει ότι είναι διατεθειμένο να χάσει χρήματα ή ότι απεμπολεί το δικαίωμα να εισπράξει όσα περισσότερα χρήματα μπορεί από μια συναλλαγή. Η δραστηριοποίησή τους στην Ελλάδα γίνεται συνήθως μέσω δικηγορικών γραφείων, τα οποία αναλαμβάνουν την επικοινωνία με τους δανειολήπτες σε μια προσπάθεια να βρεθεί λύση για την οφειλή τους. Εάν αυτό δεν καταστεί δυνατό, επόμενο ΒΗΜΑ είναι η ενεργοποίηση των δικαστικών ενεργειών που φτάνουν έως την κατάσχεση, συνήθως κινητής περιουσίας, αφού πρόκειται για δάνεια, οι οφειλέτες των οποίων δεν διαθέτουν ακίνητη περιουσία. Η διαδικασία αυτή θα ακολουθηθεί σε περίπτωση που η αγορά του δανείου γίνει με στόχο την ανάκτηση μέρους της οφειλής.

Σε διαφορετική περίπτωση, εάν δηλαδή στόχος είναι και η διαχείριση του δανείου, δηλαδή να βρεθούν μεσοπρόθεσμες ή μακροπρόθεσμες λύσεις ρύθμισης, τότε το fund θα πρέπει να εξασφαλίσει άδεια εταιρείας διαχείρισης και να ακολουθήσει τους κανόνες του Κώδικα Δεοντολογίας, που επιβάλλει η ΤτΕ, μια διαδικασία αρκετά περίπλοκη.

Κλειδί για το κατά πόσον η πώληση μπορεί να αποβεί επωφελής για τον ίδιο τον δανειολήπτη, είναι η τιμή στην οποία έχει πουλήσει η τράπεζα. Ο γενικός κανόνας είναι ότι όσο πιο χαμηλή είναι η τιμή πώλησης από την τράπεζα τόσο πιο φθηνή μπορεί να γίνει για τον ίδιο τον δανειολήπτη η αποπληρωμή της οφειλής του. Σε αυτή τη φάση, άλλωστε, οι τράπεζες προτίθενται να πουλήσουν δάνεια, που είναι σε οριστική καθυστέρηση για πάνω από δύο ή τρία χρόνια και τα οποία στην πλειονότητά τους έχουν καταγγελθεί. Πρόκειται για δάνεια χωρίς εξασφαλίσεις, δηλαδή υποθήκες, αλλά και για πελάτες που συνήθως δεν έχουν περιουσιακά στοιχεία. Για τα δάνεια αυτά έχουν γίνει προβλέψεις σε ποσοστό έως και 90% και με αυτή την έννοια η τράπεζα μπορεί να το πουλήσει ακόμα και στα 10 ευρώ ανά 100 ευρώ δανείου ή ακόμα χαμηλότερα, δηλαδή στα 5 ευρώ, εγγράφοντας μικρή ζημία.

Αυτό όμως που κάνουν στη πραγματικότητα οι τράπεζες είναι ότι προσπαθούν να χρυσώσουν το χάπι. Γιατί αυτό που λένε προς τα έξω είναι ότι όσο πιο χαμηλή είναι η τιμή πώλησης από τη τράπεζα, τόσο πιο φτηνή μπορεί να γίνει τον ίδιο τον δανειολήπτη η αποπληρωμή της οφειλής του. Αλλά με τον γενικό κανόνα δεν φαίνεται να ασχολείται  κανείς και ούτε πρόκειται να ασχοληθεί. Κι αυτός ο κανόνας είναι ότι τα distress funds θα αγοράσουν ένα δάνειο για 10 ευρώ και θα εισπράξουν όσο γίνεται πιο πολλά. Για να μην αναφέρουμε και το δικαίωμα που έχουν να πουλήσουν στη συνέχεια ένα δάνειο σε άλλο funds.