Πρόταση νόμου για την προστασία των δανειοληπτων από τις δικηγορικές – εισπρακτικές εταιρίες παρέδωσε στο βουλευτή Α’ Θεσσαλονίκης Γιάννη Σαρίδη ο Σύλλογος Δανειοληπτών και Προστασίας Καταναλωτών Βορείου Ελλάδος

φωτογραφία(81)

Ο πρόεδρος του Συλλόγου Δανειοληπτών και Προστασίας Καταναλωτών Βορείου Ελλάδος Χαράλαμπος Περβανάς παρέδωσε έγγραφη πρόταση θέσπισης νομοθετικών διατάξεων και τροποποίησης του Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγόρων, στον βουλευτή Α’ Θεσσαλονίκης Γιάννη Σαρίδη. Ο κ. Περβανάς συναντήθηκε για δεύτερη συνεχόμενη φορά με τον βουλευτή της Ένωσης Κεντρώων ο οποίος έδειξε ενδιαφέρον για τις καταγγελίες κατά δικηγόρων και δικηγορικών (εισπρακτικών) εταιριών που δέχεται ο Σύλλογος από δανειολήπτες .
Στην έγγραφη πρόταση, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα εξής: “Όπως σας είναι γνωστό, τα πιστωτικά ιδρύματα συχνά συνεργάζονται με δικηγόρους και δικηγορικές εταιρίες, προκειμένου να ενημερώνουν τηλεφωνικώς τους δανειολήπτες για τις ανεξόφλητες οφειλές τους.
Επειδή, σε αυτές τις περιπτώσεις οι δικηγορικές εταιρίες μετέρχονταν συμπεριφορές εισπρακτικών εταιριών, και η δήθεν ενημέρωση αυτή γινόταν με υπέρμετρο και ανενδοίαστο τρόπο, αποφασίστηκε προσθήκη στον κώδικα δεοντολογίας δικηγορών σύμφωνα με την οποία « ο δικηγόρος ή η δικηγορική εταιρία, απαγορεύεται να ενοχλεί προφορικά και δη τηλεφωνικά, τον οφειλέτη του εντολέα του πέραν της μίας (1) φοράς, προκειμένου να τον ενημερώσει για την οφειλή του και να διερευνήσει τη δυνατότητα εξώδικης επίλυσης της υφιστάμενης διαφοράς.
Σε περίπτωση που στη συνέχεια ο οφειλέτης δεν ανταποκριθεί, δυστροπήσει ή αρνηθεί να εξοφλήσει την οφειλή, ο δικηγόρος οφείλει, τότε, να προβεί σε έγγραφη εξώδικη όχληση ή να ασκήσει τα προβλεπόμενα νόμιμα ένδικα βοηθήματα για λογαριασμό του εντολέα του.Η μη τήρηση της διάταξης αυτής παραβιάζει τον Κώδικα Δεοντολογίας των Δικηγόρων και συνιστά ελεγκτέο πειθαρχικό παράπτωμα».
Μετά την ως άνω προσθήκη υποβλήθηκαν πλειστάκις καταγγελίες ιδιωτών και συλλογικών οργάνων προς τους Δικηγορικούς Συλλόγους και κυρίως αυτού των Αθηνών, δεδομένου ότι οι περισσότερες από τις συνεργαζόμενες δικηγορικές εταιρίας εδρεύουν στην Αθήνα.
Ωστόσο, η διεκπεραίωση της πλειοψηφίας των καταγγελιών αυτών κατέστη ανέφικτο να πραγματοποιηθεί, καθόσον για τη συζήτηση κάθε μίας απαιτείται η αυτοπρόσωπη παρουσία του καταγγέλλοντος (ή η επ΄ αμοιβή παράσταση δικηγόρου), και η καταβολή παράβολου ύψους 80 Ευρώ, άλλως η καταγγελία θεωρείται ανεπίδεκτη περαιτέρω διερεύνησης.
Όπως είναι εύκολα κατανοητό, οι περισσότεροι των δανειοληπτών, οι οποίοι βρίσκονται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση, δεν δύνανται να καταβάλλουν αμοιβές δικηγόρων ή έξοδα μετακίνησης και διαμονής στην έδρα των οικείων δικηγορικών συλλόγων, πολύ περισσότερο δε, το παράβολο των 80 Ευρώ είναι δυσθεώρητο για τον οφειλέτη της τράπεζας.
Ακόμη, όμως, και στις περιπτώσεις, που η αναφορά κάποιου οφειλέτη έχει τελεσφορήσει, οι δικηγόροι «τιμωρούνται» με μια απλή σύσταση ή επίπληξη, με αποτέλεσμα να συνεχίζουν την ίδια ασύδοτη συμπεριφορά τους, καθόσον με την τροποποίηση του κώδικα δεοντολογίας, δεν θεσμοθετήθηκαν αυστηρότερες ποινές.
Εκτός των ανωτέρω, οι καλούντες τηλεφωνικά το δανειολήπτη δεν του παρέχουν πλήρη στοιχεία (προσωπικά ή και της εταιρίας που εκπροσωπούν), με αποτέλεσμα ο οφειλέτης να μην γνωρίζει την ταυτότητα του εκπροσώπου, ή δικηγόρου ή του δικηγορικού γραφείου, προκειμένου να έχει τη δυνατότητα να ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματά του.
Η παράλειψη αυτή είναι ιδιάζουσας σημασίας, λαμβανομένου υπόψιν ότι, αυτός που επικοινωνεί με τους οφειλέτες των τραπεζών, έχει πρόσβαση σε ευαίσθητα προσωπικά τους δεδομένα, και τις περισσότερες φορές είναι αμφίβολο, εάν πρόκειται για κατ΄ επάγγελμα δικηγόρο, ή για οποιονδήποτε τρίτο, καθώς, επίσης, και εάν νομιμοποιείται να γνωρίζει και να διαχειρίζεται τέτοια στοιχεία.
Οι προαναφερθείσες πρακτικές καθιστούν ανέφικτη την πρόσβαση των οφειλετών στους πειθαρχικούς μηχανισμούς των δικηγορικών συλλόγων, προκειμένου να ασκήσουν τα νόμιμα δικαιώματά τους με αποτέλεσμα η διάταξη του κώδικα δεοντολογίας να πέφτει σε αχρησία και οι μη συμμορφούμενοι δικηγόροι να παραμένουν ατιμώρητοι.

Για τους παραπάνω λόγους, προτείνουμε να εκπονηθεί σχέδιο νόμου με το οποίο:
1) Να θεσπίζεται υποχρέωση των προσώπων που επικοινωνούν τηλεφωνικά με τους οφειλέτες να παρέχουν πλήρη στοιχεία της ταυτότητας τους, να δηλώνουν την ιδιότητά τους, καθώς και τα στοιχεία του νομικού προσώπου ή της δικηγορικής εταιρίας που εκπροσωπούν.
2) Ο εκάστοτε δικηγορικός σύλλογος, που επιλαμβάνεται σχετικών καταγγελιών, να ορίζει έναν εισηγητή σύμβουλο, ο οποίος ανά εύλογα τακτά χρονικά διαστήματα θα μεταβαίνει στις κατά τόπους περιφέρειες της κατοικίας των καταγγελλόντων, προκειμένου να συζητηθεί η αναφορά που υπέβαλαν. Επίσης, με δεδομένο ότι το παράβολο, που απαιτείται για τη συζήτηση της καταγγελίας, είναι επαχθέστατο, προτείνουμε την κατάργησή του ή έστω τη μείωσή του στο προσήκον μέτρο.
3) Επειδή η πλειονότητα αυτής της φύσεως των καταγγελιών κατατίθενται στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, καθότι οι περισσότερες εταιρίες -δικηγορικές ή μη – που αναλαμβάνουν τις εργασίες αυτές (τηλεφωνικές οχλήσεις για είσπραξη απαιτήσεων) εδρεύουν στην Αθήνα , προτείνουμε κατ’ αναλογική εφαρμογή της πρακτικής της λειτουργίας των μεταβατικών εδρών Δικαστηρίων σε διάφορα σημεία ενός νομού, να λειτουργούν όλοι οι Δικηγορικοί σύλλογοι της Ελλάδος ως μεταβατικές έδρες του Συλλόγου Αθηνών για τους πολίτες της περιφέρειας τους, ώστε να μπορέσουν χωρίς τα έξοδα της μετακίνησης και της διαμονής τους στην Αθήνα, να υποστηρίξουν στον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο της περιφέρειας τους την όποια καταγγελία τους κατά των εταιριών αυτών.
4) Σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων, που αφορούν στις υποχρεώσεις των δικηγόρων σχετικά με την επικοινωνία τους με τους οφειλέτες, να οριστούν αυστηρές ποινές (χρηματικά πρόστιμα, αναστολή άσκησης δικηγορικού επαγγέλματος κλπ.), οι οποίες θα λειτουργούν αποτρεπτικά, ώστε να μην εμφανίζονται ή να μην επαναλαμβάνονται αντιδεοντολογικές ενέργειες.

Παρακαλούμε για περαιτέρω δικές σας ενέργειες, προκειμένου να προστατευθούν τα κατοχυρωμένα δικαιώματα των οφειλετών και να αποκατασταθεί η αδικία που τελείται εις βάρος τους”.

Μετά το πέρας της συνάντησης ο βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης Γιάννης Σαρίδης δήλωσε τα εξής:
“Η Κυβέρνηση με την επιλογή της να καθυστερεί την ψήφιση πολύ σημαντικών νομοσχεδίων -όπως αυτα που αφορούν τη ρύθμιση των κόκκινων δανείων και τον εξωδικαστικό συμβιβασμό- και να τα συνδέει με την ολοκλήρωση της β’ αξιολόγησης έχει οδηγήσει χιλιάδες συμπολίτες μας σε απόγνωση. Ο χρόνος που κερδίζει η Κυβέρνηση με το πολυαναμενόμενο νομοσχέδιο για τις …”ηρωικές” διαπραγματεύσεις της είναι χρόνος εις βάρος της καθημερινότητας των Ελλήνων δανειοληπτών.
Το γεγονός πως κάποια “μεγάλα” δικηγορικά γραφεία συνεχίζουν να συμπεριφέρονται ως εισπρακτικές εταιρίες, αγνοώντας επιδεικτικά τον κώδικα δεοντολογίας αποτελεί απόδειξη της ανικανότητας της κυβερνητικής πλειοψηφίας να προστατεύσει τους δανειολήπτες. Ξεκινάμε έναν μεγάλο αγώνα ώστε με ειδική πρόβλεψη του πολύαναμενόμενου η καταγγελία τέτοιων συμπεριφορών να αποδίδει τα προβλεπόμενα αποτελέσματα και να λειτουργήσει αποτρεπτικά, ώστε να πάψει ο εκβιασμός που υφίστανται καθημερινά χιλιάδες συνάνθρωποι μας.”